Tuesday, April 08, 2014

Κρύο

Μισολιωμένα από λουλούδια πέταλα, κείτονται πατημένα. Δεν πρόλαβαν να ξεμυτίσουν. Δεν πρόλαβαν να δουν το φως της άνοιξης να τους χαμογελά. Το άρωμά τους το γλυκό δεν πρόλαβαν να το μοιράσουν σε διψασμένα για ομορφιά ρουθούνια. Το χρώμα τους το ζωηρό δεν πρόλαβαν μάτια πεινασμένα να το δουν. 

Ανήλιαγο το κρύο σου και μου τρυπάει το μυαλό. Το πηχτό σου σκοτάδι ρέει μέσα μου. Με διαπερνά ματώνοντας τα σωθικά. Διψάω για λίγο φως. Διψάω γι' αυτόν τον ήλιο της άνοιξης που ανατέλλοντας θα με καθησυχάσει πως όλα θα πάνε καλά. Αντί γι' αυτό το υγρό σου μαύρο βάφει τη ματιά μου.

Γιατί δε βρίσκεις ένα δέκτη σου ποτέ? Μοναχικός πομπός, το σήμα σου το στέλνεις πουθενά... Ματωμένη η βάση σου, μα και βαθειά. Κρύο σε δέρνει τα βράδια και το πρωί κανείς εκεί. Μόνος σου το ηλιοβασίλεμα τι να το κάνεις, και η ανατολή πως να σε πείσει? Πού βρίσκεις το κουράγιο για να εκπέμψεις κι αύριο το σήμα σου? Γιατί ακόμη προσπαθείς? Τι περιμένεις να αλλάξει ξαφνικά? Βαθειά στη Γη μπηγμένα τα πόδια σου δεν κάνουν βήμα. Σαν από πείσμα δεν κουνάς καν σπιθαμή. 

Οι ελπίδες σου στο πουθενά βελάζουν απελπισία. Θες να ξεράσεις από μέσα σου τις ματωμένες αναμνήσεις, μα χάνεις έτσι και ζωή. Αυτά που χάρηκες μικρός θα τ' αποβάλλεις μεγαλώνοντας. Χάνεις της νέας σου χαράς το πρωτόγνωρο. Ο κυνισμός και η συνήθεια θα ρθούνε μέσα σου να φτιάξουν σπιτικό. Να κάνεις έξωση στο χρόνο που αμείλικτα σε μεγαλώνει δε μπορείς. 

Κι η μοναξιά σου θα γυρνά συχνά κι όλο συχνότερα. Θα σου χτυπά την πόρτα και θα ξέρει. Είσαι μέσα. Θα νιώθεις της ασχήμιας της το περιπαιχτικό χαμόγελο να σε κοιτά με τα στραβά του δόντια. Όσο κι αν υποκρίνεσαι πως λείπεις. Αυτή θα σου χτυπά και θα ξαναχτυπά της ζήσης σου το μάταιο. Γιατί είναι δική σου μόνη η ζωή. Δεν την μοιράστηκες, δε βρέθηκε κανείς να τη θελήσει για δική του. 

Της υστεροφημίας οι γλυκοί παιάνες δε θα παίξουν. Δεν πάτησες τη Γη αυτή με πέλμα στέρεο και  με βαθύ βηματισμό. Το σώμα σου έσυρες κι εσύ για λίγα χρόνια, κόκκους άμμου, κι η θάλασσα εκδικήτρια του εφήμερου, από το χάρτη θα σε σβήσει. Η λησμονιά σου θα 'ναι γρήγορη. Ούτε το κυπαρίσσι θα σταθεί εκεί στη λίμνη, να δείχνει έστω αυτό, πως κάτι πέρασε, ακόμη κι αν το ξέχασαν θεοί κι ανθρώποι. 

Κι αυτό το μαύρο το υγρό το κρύο, το πρόσωπο του μόνου ανθρώπου, θα 'ναι εκεί. Όταν θα σε τελειώσει, θα συνεχίσει τη φθοροποιό του δράση. Θα φθείρει κι άλλους βράχους - άνθρωπους κι η σιωπηλή του η μανία, αν και ήσυχη, δε σβήνει. 

 Κάνει κρύο απόψε. Τρέμει η θέλησή σου. Λυγάει το είναι σου. Μη σπάσεις. Σε παρακαλώ... Μη σπάσεις.

0 Comments:

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home

eXTReMe Tracker