Tuesday, July 22, 2008

Ανώμαλα παραληρώντας ήρθα...

Ανθρωποφάγα λόγια καταβροχθίζουν μια ανθρώπινη σιωπή. Χρώματα που λυμαίνονται το άσπρο ξεφλουδίζουνε. Τα χέρια σου μείναν να κρεμάνε κάδρα σε καρφιά δίχως μύτες. Τα δόντια της αλλοτινής ματιάς σου πέσανε.
Χτύπα με στο κεφάλι να ματώσω τη σοφία μου. Άρπαξε τα φτερά της νιότης μου να πέσουν σφαγιασμένα. Της οργής την οργίλη αντίδραση προκάλεσαν τα δάκρυά σου. Κροκόδειλοι με θάρρος εξανίστανται...
Μια σουρεάλ γυναίκα με τα τρία μάτια της κοιμάται με το ένα μάτι πάντα ανοικτό... Τα τρία φρύδια της μονίμως συν-εαυτό-νονται... Εγώ κοιτάω το ένα της αυτί κι αυτό κωφαίνει στη ματιά μου... Αν ήξερα τι να σου πω θα στο έγραφα...
Σύσσωμη η κοινή γνώμη μου ανακοίνωσε πως τη βαρέθηκε την έκφρασή της μέσα από γυάλινους φακούς της στρέβλωσης... Ανανεώθηκε για σήμερα η κατά σύμβαση ζωή σου ασυμβίβαστε εναλλακτικέ Τύπε... Χαίρε τη λύπη μας...
Σοδομισμένα κρεμασμένα φύκια πάλλονται στου ανέμου την πνοή... Κάποιος τους έβαλε τα μανταλάκια μην και τύχει να γυρίσουνε στη θάλασσα... Ο ύπνος δε με πείρε πάλι απόψε... Έγειρα σ' έναν πρόχειρο ώμο να γελάσω... Βαρέθηκα να κλαίνε όλοι στον ώμο σου... Εγώ μονάχα να γελάω πάνω του γουστάρω... Μα δεν το παρακάνω... δε θέλω δάκρυα γέλιου να τον βρέξουνε... Μπορεί και να φυτρώσει κανάς γελαστός ασφόδελος... Κι ύστερα ποιος σ' ακούει... όχι εγώ!
Μισό λεπτό να καθαρίσω τ' αποτσίγαρα... Μισό λεπτό να σου αρωματίσω την καρδιά με γελαστές ανεπανόρθωτες συμπτώσεις... Ένα σεντόνι ρίξε επάνω σου και βγες στο δρόμο να χορέψεις... Τρέλανέ τους όλους... δες τα αμάξια να ριζώνουν στο οδόστρωμα... Δες οδηγούς καφρίλους να σου βρίζουνε το σπίτι... Δες τροχονόμους να νομίζουν εαυτούς για νόμους... Δες τις σφυρίχτρες του να μασουλάνε τα στραγάλια τους και να πνίγονται απ' τα γέλια...
Τρελάθηκαν τα τρόλεϊ... όλα τα τρέλανε το άσπρο σου σεντόνι κι η πουκαμίσα η μοντέρνα με το κούμπωμα στην πλάτη. Ψωμί κι αλάτι... Νερό κι αλάτι... σκατά μ' αλάτι... χέσε μας ρε φίλε κι εσύ κι οι εκφράσεις σου οι πλουμιστά χαζοχαρούμενες δήθεν με νόημα μα μόνο δήθεν... Εσύ κι η αφεντιά σου μπορείτε ίσως να πεθάνετε? τεράστια χάρη θα μας κάνετε... Ευχαριστώ σας...
Μισογεμάτες βρύσες να γεμίζουνε ποτήρια αδειανά... Πίθοι απύθμενοι που άπειρο νερό χωράνε... Κάποιος να κουβαλήσει το σαρκίο σου το αδειανό... βαρύ το χώμα από τα δάκρυα χιλιάδων μελισσών και βάτραχων πηδηχταράδων... Σου βγάζει γλώσσα ο ανέμελος οστεοπορωμένος γύπας... καθώς το κρώξιμό του ακούς... Μια βαρεμάρα σε χασμουρητό σε ωθεί και πριν προλάβεις να μιλήσεις σε κοιμίσαμε...
Μουσούδισέ μου λίγο ακόμη... το χρειάζεσαι...

Sunday, July 20, 2008

Παιχνίδια...

Αφαίρεσε από το χρώμα μου το μαύρο οίστρο απαρέγκλιτης ασχήμιας. Τα χρώματά σου ας συμπέσουν με το είναι μου. Καθώς τα μάτια σου θα πέφτουν πάνω μου εγώ θα λάμπω μέσα από τις φλόγες μου. Από τις στάχτες μου θα αναγεννηθώ το μύθο του πουλιού θυμίζοντας στον κόσμο.
Αρχηγικά φερόμενος τους δύο κόσμους μας θα ενώσω. Τον αντρικό το ρόλο παίζοντας σε θηλυκό παιχνίδι. Με μάτια σταθερά τα μάτια σου να τα κρατάν σε βλέμμα εύθραυστο, και φαινομενικά μονάχα, στέριο.
Χοντρές σταγόνες δάκρυα κυλάν στα μάτια σου. Κάθε που ξαποσταίνουμε από του έρωτα τ' αδράχτι. Οι ανάσες μας παλεύουν για να φτάσουνε των δυο κορμιών μας τις ανάγκες. Και οι καρδιές μας τρέχουν σε ρυθμό ακανόνιστο. ο χρόνος δε μας φτάνει μέχρι το ξημέρωμα. Η πείνα κατατρώει την υπομονή μας. Ξανά και πάλι σμίγουμε σ' ένα χορό ανθρωποφάγο, τρώμε τις σάρκες μας και ζούμε. Δίχως τα πρέπει να μας καθορίζουν, μονάχα με τα θέλω μας, επικοινωνούμε και κοινωνούμε αλληλένδετα.
Ένα παιχνίδι επιβολής ανυστερόβουλης. Ένα παιχνίδι με ζωώδη ένστικτα να καθορίζουν τους κανόνες. Παιχνίδι επιβίωσης. Ο νικητής πάντα ο έρωτας.

Ο έρωτάς μας.





ΥΓ. Για σένα μάτια μου :) Ξέρεις εσύ... ;)

Thursday, July 17, 2008

Ανάνηψη...

Γέμισα ένα πλοίο με φωτιές μαινόμενες... Άσπρες μισόγιομες φωνές με ανασαίνουν. Από τα μάτια σου καθρέπτισα όλη μου τη ζωή... Καθώς τα βλέφαρά σου κλείνουν νιώθω του θάνατου την αγκαλιά να σφίγγει. Μονάχα μια ανάσα έμεινε... Να θυμηθώ να σβήσω το κερί...
Χτύπησαν στα πατώματα τα πτώματα των ζώων... Των ζώντων όντων τα ουρλιαχτά, αποχαιρέτησαν τις αδερφές ψυχές τους. Στο δάσος το βρεγμένο από την ξαφνική την καλοκαιρινή τη μπόρα, βγήκα για να μυρίσω τη ζωή... Το χώμα ντροπαλό βουλιάζει κάτω από των πελμάτων μου την αδιάκριτη επαφή... Νιώθω τα βλέμματα που με κοιτάν με φόβο... Θέλω να τους μιλήσω μα μονάχα άναρθρες κραυγές ακούγονται στ' αυτιά τους. Τα λόγια μου... Τα λόγια... Χίλιες χιλιάδων λόγια, για χίλια χρόνια να τα λες, ζυγίζουν... τίποτα. Τίποτα καλέ μου... Τίποτα.
Η αναχρονιστική σου αφή μαυρίζει με καρβουνιασμένα δάχτυλα τη ροδοκόκκινη καρδιά μου... Εκεί που πάλλεται τη σφίγγεις... Τι σου έκανε? Χαλάει την τάξη! Ποια είναι άραγε η τάξη και ποια η αταξία? Ποια είναι της τάξης η αξία και τι αξίζει να πληρώσεις για αυτήν? Ποιος τα ορίζει όλα αυτά? Ζαλίστηκα...


Μέθη μεθυστικών αβρών αμνών, αμύνεται απέναντι σε στάχτη σφάχτη και ποιμένα. Βελάζοντας χαιρέτησαν τους φίλους. Όταν μυρίζονται σφαγή ο κύκλος κλείνει, μετα μικρά να είναι στη μέση και με τα κλάματα να είναι η μόνη άμυνα...

Thursday, June 19, 2008

Μισοπεθαίνοντας...

Ναι... γεια...
Έχω να ασχοληθώ με το γαμοblog κάμποσες μέρες... Αυτές τις μέρες έτρεχα με τη δουλειά... Έχω ψιλογαμηθεί γενικώς... Έχω κόψει και το τσιγάρο... Εδώ και κανά μήνα... Από 60 τη μέρα στο μηδέν... Μπαμ και κάτω κι άντε γεια... Ναι... ακόμη θέλω σαν πούστης να καπνίσω κάποιες φορές... την παλεύω όμως...
με το blog πάλι δεν την πολυπαλεύω... Δεν έχω τα κουράγια να μπαίνω και να διαβάζω... δεν έχω την όρεξη να γράφω... Μετά το τρέξιμο της δουλειάς, το μόνο που θέλω να κάνω είναι να πάω σπίτι και να λιώσω σε ένα καναπέ... Το μυαλό μου έχει γίνει πουρές... Η ζέστη βοηθάει τη διαδικασία λίγο περισσότερο και η όρεξη για δημιουργία αργοπεθαίνει σε μια γωνία λίγο πιο πέρα...
Δουλειά και κάβλες... καλοκαιρινές :) Απίστευτες κάβλες... Το κατ' εξοχήν ερωτικό καλοκαίρι με έχει καταλάβει... αυτά... αυτή τη στιγμή δεν έχω όρεξη να γράψω τίποτε άλλο... Αν αλλάξει αυτό θα το καταλάβετε... Όσοι δηλαδή είστε τόσο καμένοι που μπαίνετε ακόμη σε αυτό το μισοπεθαμένο blog...
Ως τότε... φιλάκια...

:(

Tuesday, May 27, 2008

Το ομορφότερο όνειρο που (δεν) είδα...

Καλημέρες... Πριν από κάμποσο καιρό... κάτι μήνες βασικά... μου στείλαν ένα mail από τον artbomber και μου ζητούσαν να στείλω ένα κείμενό μου με τίτλο "Το ομορφότερο όνειρο" (or something...) προκειμένου να γίνει μια ηλεκτρονική έκδοση βιβλίου από διάφορους blogger... Αφού έκανα μερικές ερωτήσεις για να δω αν υπήρχε κάποιος στόχος για λεφτά από την εν λόγω έκδοση... (ναι είμαι τόσο ψώνιο μαν...) και βεβαιώθηκα πως ΔΕΝ υπάρχει τέτοια πρόθεση... έκατσα και έγραψα ένα κείμενο με τον ως άνω τίτλο και τους το έστειλα... Όλα καλά? Όλα ανθηρά... Μέχρι που εκδόθηκε η πολυσυλλεκτική ηλεκτρονική έκδοση του ονείρου... και μα τους χίλιους εφιάλτες! Δεν είχε το κείμενό μου μέσα!
Κοίτα ψηλά... περνάει μια γραμμή με ρόμπες... διάλεξε μία στο νουμεράκι σου και φόρα τη... καθότι είχα πει σε αρκετό κόσμο για τη φάση και είχα καταχαρεί που οι γαμάτοι αυτοί τύποι του artbomber, με διαλέξανε! και... αφού είχα πάρει διαβεβαιώσεις πως το κείμενο ήταν οκ... βρέθηκε εκτός έκδοσης...
Επειδή όμως στα παπάρια μου κι εμένα... και επειδή ακριβώς για να εκδίδω δωρεάν τα κείμενά μου το έχω το ρημαδοblog και στα παπάρια μου αν με βλέπει 1 ή 1.000.000 άνθρωποι... ιδού το κειμενάκι που έστειλα στον artbomber.... Παράκληση... Δε θέλω ποτέ μα ποτέ κανείς από τον artbomber να ανεβάσει κείμενό μου, είτε αυτό που τους έστειλα και το αφήσαν στην απέξω είτε οποιοδήποτε άλλο... αν δείτε να το έχουν ανεβάσει οπουδήποτε παρακαλώ ενημερώστε με για να τους βρίσω αισχρά... ευχαριστώ πολύ και... enjoy! (or not!)


Το Ομορφότερο Όνειρο...


Χιλιοτραγουδισμένα μάτια με θωρείτε ξακουστό, καθότι στων αυλών σας τον περίγυρο περιτριγύριζα με μένος, την αγρανάπαυση σκορπίζοντας και επιβάλοντας της φύσης της δικής μου τους ρυθμούς. Αργά κι αναιμικά κάποια αντίσταση προσπάθησε το διάβα μου ν’ αναχαιτίσει, όμως της φυλλωσιάς μου η εξάρτυση σταμάτησε τις όποιες βλέψεις.

Λύσσαξαν του ανέμου οι φωνές, βαρύτονες στα αυτιά του κόσμου να φωνάζουν. Κανένας δεν τις άκουσε. Κανείς δεν τις σεβάστηκε κι ούτε που σκέφτηκε πως ίσως ξέρουν. Της ομορφιάς αμφίεση ενδύθηκαν άσχημες σκέψεις. Του ουρανού μου τα αστέρια γίνηκαν φώτα σε σαλόνια κοσμικά και υποφώσκουν. Θυμάμαι σαν τα πρωτοκοίταξα τα μάτια μου θαμπώθηκαν από της λάμψης τους την ομορφιά. Τώρα σκυμμένο το κεφάλι μου κοιτάζει τα παχιά χαλιά και δε σηκώνεται να δει τα αιχμάλωτά μου άστρα.

Φωνές στριγκιές σε χάχανα αναλώνονται. Ο φόβος κι η λαγνεία του ορίζει της ζωής μας το περπάτημα. Ποδηγετούνται οι ηγέτες μας και μείς δεν έχουμε το θάρρος να ηγηθούμε. Όταν το χώμα θα σκεπάσει τα κουφάρια μας, θα ‘ναι αργά να ονειρευτούμε με τα μάτια ανοιχτά.

Ένωση! Αυτή τη λέξη έψαχνα στον κόσμο, τότε που απ’ αέρος περιδιάβαινα σε κάθε του πτυχή, ανάμεσα σε σύγνεφα και ρεύματα ηλιακής δομής, τότε που κοίταζα μέσα απ’ τα μάτια της βροχής, τότε που έπεφτα και ξανασηκωνόμουν σα νιφάδα. Μα η ένωση δεν ήταν πουθενά για να βρεθεί, παρά μονάχα στο μυαλό μου που κι αυτό σε χίλια μύρια μόρια είχε διαλυθεί.

Πώς να ενώσεις το γυαλί άμα που έσπασε? Αυτό το ερώτημα πολλούς στα χρόνια απασχόλησε και καταλήξανε πως άπαξ ράγισε, διά παντός θα μείνει ασυνεχές. Χτες όμως μέσα στον πανζουρλισμό της ασυνείδητης μου ύπαρξης, καθώς μοχθούσα να σε βρω και πάλι να ενωθούμε, κόσμε, τα θρύψαλα της τελευταίας μου ικμάδας φρένων, σ’ ένα ηφαίστειο τα πέταξα… Βλέπεις ανέλπιδα κατέληξα να πω, πως αν και μόνο αν άφρονος μείνω, ίσως μπορέσω κάποτε να καταλάβω γιατί υπάρχεις “έτσι”.

Το ηφαίστειο σαν που δέχτηκε αυτή μου τη σπονδή, αναταράχτηκε και ξέρασε γυαλί. Σαν τον τροχό του Νεύτωνα, εκεί που χίλια χρώματα υπήρχαν στου γυαλιού το θρύμμα, το συνοθύλευμα από θρύμματα εμφανίσθη άσπρο… Ενώθηκαν τα θραύσματα, δικά και ξένα, ενώθηκαν κραυγές, σκέψεις, χαρές, αγάπες, μίση, θάνατοι, ζωές… και ξύπνησαν μαζί σε νέα ύπαρξη ενωμένη…

Λίγα γυαλάκια, ή πολλά, αταίριαστα σαν είναι, είν’ ακίνδυνα… Μ’ αν τύχει και σε φλόγα ενωθούνε, αν σφυρηλατηθούν μαζί και γίνουν ένα… ξερνάει λάβα το παγκόσμιο ηφαίστειο της ζωής και τρέμουνε οι γαίες των παλιών αρχόντων…

Γι’ αυτό αν με ρωτάς για τ’ όνειρό μου τ’ ομορφότερο… Ένα μονάχα έχω ν’ απαντήσω… Η ουσία μου ένα με την ουσία του παγκόσμιου γυαλιού, να χύνεται με βιά κι ορμή απ’ του ηφαίστειου τον τρομερό κρατήρα… Να γονιμοποιήσουμε όλοι μαζί τη Γη… και να την κατοικήσουμε αδέρφια ενωμένα…


Monday, May 19, 2008

Φυγάδες...

Δυο άνεμοι σκυφτά πιασμένοι χέρι χέρι, ξημέρωσαν στα μάτια ενός παρμένου λυκαυγούς. Σε λάκκους μέσα πεταμένους, τους κρατούσαν δέσμιους, μα η φωνή τους και η θέληση σπάσανε τα δεσμά κι ισοπεδώσανε τη γη που τους κρατούσε...

Πιαστήκαν χέρι χέρι και μ' ουρλιαχτά και κουρνιαχτό ξεχύθηκαν στα ουράνια τα αιώνια ελεύθερα. Τους άρεσε να τριγυρνούν ανάμεσα σε βράχια στενωπά, να ακουμπάν ο ένας το αέρινο κορμί του άλλου. Δεν είχανε ονόματα. Δεν ήτανε παιδιά του Αίολου. Τη μάνα τους τη χάσανε εν τη γεννέσει τους και τον πατέρα τους δε γνώρισαν ποτέ. Μπασταρδεμένοι και απόκληροι, άνεμοι άταιροι, κατατρεγμένοι από παντού κι απ' όλους. Ανάδελφοι, τρομαχτικοί, με μάτια που θυμίζαν αμμοθύελλες και καταιγίδες...

Όταν αγκαλιαστούνε στροβιλίζονται, στο διάβα τους τα δέντρα υποκλίνονται κι οι θάλασσες αφρίζουν. Για τιμωρία των θνητών, αρπάζουνε μωρά απ' τις κούνιες και τα πηγαίνουνε ψηλά σε κορυφές απάτητες από ανθρώπου πόδι, να μεγαλώσουνε να γίνουν ιερείς κι ιέρειές τους σε λατρεία μυστική...

Κάποτε προσπαθήσαν βασιλιάδες με θυμιάματα και πλούσιες θυσίες, τους δυο φυγάδες άνεμους να εξευμενίσουν. Οι κάπνες και η τσίκνα από τα σφαχτά ανέβαιναν στον ουρανό για μέρες... Μέχρι που ξάφνου δυο ριπές ανέμου πίσω τις γυρίσανε, σημάδι πως τα δυο αδέρφια δε δεχτήκαν το συμβιβασμό... Οι μέρες που περάσανε στα έγκατα της γης, τους κλέψαν τη συμπόνια... Μονάχα ο ένας τ' αλλουνού τον πόνο νιώθει και κανένα σεβασμό δεν τρέφουνε για τη ζωή...

Κι όμως... ενώ όταν δε δίνεις πίσω τίποτα και μόνο παίρνεις, η λογική επιτάσσει να αυξάνεσαι με τον καιρό, τους δυο ανέμους η μανία τους να τα κρατήσουν όλα για δικά τους, σιγά σιγά τους έφθειρε... Αν πίσω δε γυρνάς ζωή, αυτή σ' εγκαταλείπει... Αργά μα σταθερά, η ίδια σου η ζωή θα φθίνει, η δύναμή σου και η όρεξη για την επόμενη τη μέρα... Από το άδειο το σαρκίο σου θα διαρρέουν, μέχρι να μείνει ένα κέλυφος κενό...

Κι έτσι με τον καιρό οι άνεμοι σταμάτησαν τις στράτες τους στη γη... σταμάτησαν τις αρπαγές, σταμάτησαν και ν' αγκαλιάζονται ακόμη... Και όταν ήρθε η στιγμή που ούτε να δει ο ένας του άλλου την περήφανη μορφή δεν πεθυμούσε, μείνανε δύο κομμάτια πάγου να θυμίζουνε την ύπαρξή τους... Επάνω στο βουνό τους το απόρθητο, μείνανε να σκεπάζονται από τα χιόνια... Και τα παιδιά, του κόσμου κάποτε μα ύστερα δικά τους, αφού τους κλάψαν και τους τίμησαν με τελετές αντάξιες θεών, πήρανε χέρι χέρι να κατέβουνε στον κόσμο πάλι...



Αυτά τα μόνα ήταν που συγχώρεσαν, δυο παρεξηγημένους άνεμους παρίες...

Monday, May 12, 2008

Από αυτοσκοπό μαλάκας (Ωδή)...

Η πόρνη σκέψη σου εκτοξεύεται για λίγο, μα σαν τον πίδακα από σπέρμα μαλακίας, σύντομα επιστρέφει κατά πάνω σου και στη νωθρή κοιλιά σου προσγειώνεται(?)... Τα μαλθακά σου τα ματάκια κλείνουνε για δυο στιγμές, να απολαύσεις αδερφέ μου την καλή σου τη βολή! Πετυχημένη μαλακία, τύφλα να' χει το γαμήσι, που λέει κι ο θυμόσοφος λαός κι αυτό είναι μονάχα ίσως ό,τι κράτησες απ' τη συλλογική μας σκέψη των αιώνων...

Αγάμητοι μαλάκες σου τα ενστάλαξαν στο νου και συ τους εναπόθεσες σε βάθρο, ανάγοντας τη μαλακία σ' επιστήμη... Μικρό μου μπουνταλάδικο αγοράκι... τι σε φοβίζει στη ζωή έξω να βγεις και να γαμήσεις? Εντάξει... η μαλακία δεν τυφλώνει τελικώς κι αυτό το ξέρεις πρώτο χέρι... με το δεξί κατά προτίμηση... Παρόλα αυτά, είναι μοναχικό το σπορ... Δε σε βοηθά να ανταλλάξεις τίποτε και όσο πας και περισσότερο με σένα μόνο μένεις...

Καλύτερη παρέα ο εαυτός σου... αυτοδιασκεδαζόμενος και μόνος, τραγικός... Μιλάς στο δρόμο με την πάρτη σου κι ενοχικά γυρίζεις το κεφάλι σου να δεις, μήπως και ρόμπα έγινες αν σ' άκουσε κανένας... Στον εαυτό σου πρώτιστα γελοίος φαίνεσαι αγορίνα μου... Στον εαυτό σου που διψά στα μύχια για δόξες, μεγαλεία κι αναγνώριση απ' τους γύρω του. Είναι ορμέμφυτο αυτό, δεν το αλλάζεις... Γιατί κοιμίζεις την υπόστασή σου? Γιατί τα γέλια των περαστικών φοβάσαι κι όχι το κλάμα το δικό σου?

Λίγο πριν κοιμηθείς θα σκέφτεσαι και πάλι τι θα αλλάξεις αύριο... Η λίστα σου να μεταφέρεται στο κάθε αύριο ως το τέλος... Ανίκανος θα νοιώθεις κι ανικανοποίητος... Άδειος και μόνος σου... Κάπου εκεί στην υπερένταση, το χέρι σου θα πάει πάλι μόνο του στο σωβρακάκι σου το καθαρό... και μια ακατανίκητη επιθυμία να το λερώσεις πάλι θα σου έρθει... Με γρήγορες κινήσεις, λίγο ενοχικές, την υπερένταση θα αποβάλεις για να κοιμηθείς και πάλι... ήσυχος και ανήσυχος μαζί... με έναν δήθεν οίστρο αλλαγής να σε ανατριχιάζει...

Καληνύχτα μαλακάκο μου :)

Κότες εκτρεφόμενες...

Έλα ρε φίλε... τι μας λες?
Συμβολικά περίμενες σε κάτι σκάλες που συστρέφονταν να βρουν τον ουρανό, κάτω από ένα σκοτεινό ταβάνι. Τα βρώμικα σκαλιά, σού θύμιζαν τα μέσα σου, τότε που ανερχόμενος ακόμη ενήλικας, πάλευες με τον έφηβο εαυτό σου. Οι κολλημένες τσίχλες σε αηδίαζαν... Το ίδιο και η προσπάθεια που απαιτούσαν να τις ξεκολλήσεις...

Έλα μετά το γεύμα σου να σου ρευτώ στη μούρη τις απόψεις μου. Να τσαμπουκαλευτούμε σαν κοκόρια σε κοτέτσι (πάντα ξένο...) και να βαφτούμε με τα χρώματα του πολέμου, λιγάκι πριν ξαπλώσουμε χορτάτοι καλαμπόκι επιδοτούμενο, από τ' αφεντικού τα χέρια... Οι κλώσες μας θαυμάζουνε όμως ναι?

Σ' ένα δωμάτιο που μυρίζει σήψη μονιμότητας αδιάφορης, περνάς τώρα τα πρωινά σου μιας ζωής που σύντομα έγινε ανεπίστρεπτη... Ακόμη το κοκόρι κάνεις... Ακόμη το καλαμποκάκι σου είναι εύκολο. Ακόμη σαν περνάνε οι αλεπούδες, λουφάζεις κάπου μέσα στο κοτέτσι σου και μύχια παρακαλάς ν' αρπάξουνε τις κότες γύρω σου μα όχι εσένα... Ανθρώπινο? Μα είσαι κότα μωρή κότα μου :) Οι κόκκορες της ελευθέρας της βοσκής, περήφανα λαλούν κάθε πρωί, κι εσύ βραχνά απ' τα τσιγάρα που καπνίζεις για να πολεμήσεις τάχα μου το άγχος... (αλήθεια ποιο?), κατάρες μουρμουρίζεις και τους βγάζεις θύματα και θήτες σου μαζί...

Αυτή τη λογική σου πού σκατά τη σκέφτηκες? Αλήθεια σκέφτεσαι? Μασάς και τίποτα, ή τα καταπίνεις όλ' αμάσητα, με τη λεβεντοπρόφαση του "δε μασάω"? Χριστούς και δαίμονες πιστεύεις και την ανθρώπινή σου φύση που κοιτάει ψηλά την κύρτωσες... Το χώμα μοναχά σε ενδιαφέρει και το επόμενο καλαμποκάκι... Σιγά σιγά οι κόκκοι σε οδηγούνε στο σφαγείο... Εκεί θα βρεις το τέλος που σου αρμόζει... Το λαιμουδάκι σου με μια τομή ακριβείας θα χωρίσουνε από το παχουλό σου σώμα... Για λίγο ακόμη και πρωθύστερα θα τρέξεις με τ' ακέφαλο σου σώμα, καθώς το ένστικτο και τ' αντανακλαστικά σου ξύπνησαν εν τέλει! Μα δε θα σε βοηθήσουν πλέον αυτά αφού τα κοίμισες τον ύπνο του δικαίου (μαλάκα...). Θα σε ξεπουπουλίσουν, πριν να σε πουλήσουν :) Και κάποιο σαρκοφάγο - παμφάγο θα σε κάνει γεύμα του... Κανείς δε θα σε κλάψει και γιατί άλλωστε? Ψόφα μαλάκα μου :) Τροφή των σαρκοφάγων ήσουνα έτσι κι αλλιώς και τίποτε μα τίποτε πιο πάνω :)



Φιλοσόφησε τώρα αν μπορείς...


ΥΓ - Credit... Να πω απλώς πως την εικόνα της κότας που τρώει καλαμποκάκι σπυρί σπυρί μέχρι να οδηγηθεί στο σφαγέα της, τη χρωστάω στον πατέρα μου και τις άπειρες συζητήσεις μας... Φιλιά πατέρα :)

eXTReMe Tracker